τίτλος

τίτλος
ο
1) титул, звание; 2) название (произведения и т. п.); заголовок, заглавие (книги и т. п.);

με τον τίτλο — под заглавием;

3) рубрика;
4) хим. титр; 5) проба (золота, серебра);

έχω τίτλο — или με τίτλο — иметь пробу;

6) юр. правооснование, правовой титул

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "τίτλος" в других словарях:

  • τίτλος — titulus masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τίτλος — ο, ΝΜΑ, και τίτυλος Μ, και τίτουλας ΜΑ, και τίτλος, ἡ, Α νεοελλ. μσν. λέξη ή σύντομο κείμενο που δηλώνει το περιεχόμενο ενός συγγράμματος, ενός θεατρικού έργου, ενός κεφαλαίου ή παραγράφου, επικεφαλίδα νεοελλ. 1. ονομασία επιχείρησης, ιδρύματος,… …   Dictionary of Greek

  • τίτλος — ο (λ. λατ.) 1. επιγραφή που δηλώνει το περιεχόμενο συγγράμματος, θεατρικού έργου κτλ., επικεφαλίδα: Ποιος είναι ο τίτλος του βιβλίου; 2. ονομασία καταστήματος, ιδρύματος κτλ.: Το μαγαζί είχε πριν άλλο τίτλο. 3. αξίωμα, βαθμός αριστοκρατικής… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πιστωτικός τίτλος — Έγγραφο με τύπο καθορισμένο από τον νόμο, στο οποίο είναι ενσωματωμένο το δικαίωμα που μνημονεύεται σ’ αυτό. Ο π.τ. έχει την πολύτιμη ιδιότητα να είναι αντικείμενο εύκολης διαπραγμάτευσης, επειδή το δικαίωμα που είναι ενσωματωμένο σε αυτόν είναι… …   Dictionary of Greek

  • κοντόσταυλος — Τίτλος ανώτατων αυλικών και στρατιωτικών αξιωματούχων της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και των φραγκικών κρατών. Οι βυζαντινοί κ. συγκαταλέγονταν μεταξύ των ανώτατων τιτλούχων της βυζαντινής ιεραρχίας και απολάμβαναν διάφορα προνόμια, αλλά σταδιακά ο …   Dictionary of Greek

  • κόμης — Τίτλος ευγενείας, ανάμεσα στον βαρόνο και στον μαρκήσιο, τον οποίο φέρουν οι κληρονόμοι των παλιών τιτλούχων. Σε πολλές χώρες τείνει να καταργηθεί, αλλά διατηρείται ακόμη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σήμερα, μάλιστα, απονέμεται σε πρόσωπα της υψηλής… …   Dictionary of Greek

  • βαρόνος — Τίτλος ευγενείας. Ο όρος προήλθε από την κελτική ή γερμανική λέξη baro, που σημαίνει άνθρωπος. Στα φιλολογικά κείμενα και τα ποιητικά έργα του 12ου και 13ου αι., ο τίτλος υπάρχει και αποδίδεται στους ανδρείους, τους ισχυρούς, τους άγιους και στον …   Dictionary of Greek

  • πριμάτος — Τίτλος επισκόπων της παπικής Εκκλησίας. Στην αρχαία εκκλησία της Δύσης ονομάζονταν έτσι οι επίσκοποι που ασκούσαν διοικητικά καθήκοντα σε μεγάλη επαρχία. Αργότερα ο τίτλος δινόταν από τον πάπα της Ρώμης στους αρχιεπισκόπους οι οποίοι ήταν μόνιμοι …   Dictionary of Greek

  • σογκούν — Τίτλος στην Ιαπωνία, ο οποίος αρχικά σήμαινε τον αρχιστράτηγο. Αργότερα απονεμόταν στους αξιωματούχους που ασκούσαν την κρατική κυριαρχία μαζί με τον μικάδο. Έγινε κληρονομικός από το 1186, με διάταγμα του αυτοκράτορα Γιοριτόμο. Το 1868… …   Dictionary of Greek

  • οσποδάρος — Τίτλος των ηγεμόνων της Μολδαβίας και Βλαχίας, ο οποίος διατηρήθηκε από τον 15o αι. έως την ίδρυση του ρουμανικού κράτους (1866), οπότε αντικαταστάθηκε από το δόμνος, δηλαδή πρίγκιπας ή ηγεμόνας. Ο τίτλος δόμνος διατηρήθηκε ως την ανακήρυξη της… …   Dictionary of Greek

  • φαραώ — Τίτλος των βασιλιάδων της Αιγύπτου, που διατηρήθηκε έως την περσική κατάκτηση από τον Καμβύση. Ο όρος προήλθε από την αιγυπτιακή φράση Πέραα, που σημαίνει το μεγάλο οίκημα, το ανάκτορο, και μεταφορικά το βασιλιά. Ο Ιώσηπος λαθεμένα υποστήριζε πως …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»